C1 · C2 · Culture · Language

«Εκκλησία»

Τα Ελληνικά —όπως και κάθε γλώσσα— έχουν δανείσει και δανειστεί πολλές λέξεις. Ο δανεισμός από τα Ελληνικά είναι ιδιαίτερα συχνός στη γλώσσα της Εκκλησίας. Ο προφανής λόγος συνδέεται με τη διάδοση του Ευαγγελίου, το οποίο ήταν γραμμένο στην «κοινή Ελληνική». Αλλά και  η Παλαιά Διαθήκη διαδόθηκε στη μετάφραση της στα Ελληνικά από τους «Εβδομήκοντα» ελληνιστές Εβραίους λόγιους.

Η κορύφωση της αξιοποίησης της ελληνικής γλώσσας στην ιεραποστολή είναι η περίπτωση του εκχριστιανισμού των Σλάβων από τα αδέλφια μοναχούς Κύριλλο και Μεθόδιο, αλλά για αυτό θα μιλήσουμε σε επόμενη δημοσίευση.

Σας δίνω μόνο ένα παράδειγμα αυτής της διαδρομής της γλώσσας μας με το ταξίδι μιας λέξης, της λέξης «εκκλησία».

Η εκκλησία είναι η κοινωνία των χριστιανών αλλά και το οίκημα (ο ιερός ναός) στο οποίο συγκεντρώνονται οι χριστιανοί, για τη Θεία Λειτουργία, για να προσευχηθούν κ.λπ. Η λέξη προέρχεται από τη σύνθεση του [εκ] + [καλώ] –> ἐκκλησία. Είναι αρχαία ελληνική λέξη. Η Εκκλησία του Δήμου ήταν η συνάθροιση των πολιτών στις αρχαιοελληνικές πόλεις.

Από την ἐκκλησία –> ecclesia (Λατινικά) –>église (Γαλλικά) –>iglesia (Ισπανικά) –> església (Καταλανικά)–> igreja (Πορτογαλικά) –> Igrexa (στη γλώσσα της Γκαλίθια-Ισπανία) –> chiesa (Ιταλικά)–> ghjesgia (στη γλώσσα της Κορσικής) . Στα Γαελικά της Σκοτίας –> eaglais, eglwys στα Ουαλικά . Ενδιαφέρον ότι και οι Βάσκοι, που η γλώσσα τους είναι για τους γλωσσολόγους ένα μυστήριο, χρησιμοποιούν τη λέξη eliza για την εκκλησία, δάνειο από τα Λατινικά άρα με αρχική καταγωγή τα Ελληνικά.

Οι Ρουμάνοι (που μιλούν λατινογενή γλώσσα) ονομάζουν την εκκλησία biserică από την ελληνική λέξη βασιλική –> basilica (Λατινικά).

Και πάμε τώρα στις «γερμανικές» βόρειες γλώσσες: «κύρικον» και «κυριακόν» από την ελληνική λέξη «Κύριος» ήταν στα βυζαντινά Ελληνικά το δωμάτιο προσευχής αφιερωμένο στον Κύριο. Από εκεί και μέσω της Vulgata προήλθε: Kirche (Γερμανικά), kirke (Δανικά – Νορβηγικά), kerk (Ολλανδικά), kirik (Εσθονικά), kirkko (Φινλανδικά), Kirkja (Ισλανδικά), Kierch (Λουξεμβουργιανά), kyrka (Σουηδικά), church (Αγγλικά).

Την ίδια προέλευση από το «κυριακόν» έχουν οι λέξεις για την εκκλησία στις σλαβικές γλώσσες. Στα Κροατικά crkv, στα Τσεχικά církevní, στα Ρώσικα церковь, στα Βουλγαρικά църква κ.ο.κ.

Οι Ούγγροι χρησιμοποιούν τη λέξη templom. Δάνειο εκχριστιανισμού από τα Λατινικά templum. Λέξη η οποία έχει την ίδια πρωτο-ινδοευρωπαϊκή καταγωγή με την ελληνική λέξη τέμενος που προέρχεται από το ρήμα τέμνω. Λέξη που συναντάται και στην μυκηναϊκή εποχή με τη σημασία ««τμήμα γης αποχωρισμένο από την κοινή χρήση», που προοριζόταν για τον άνακτα, λέξη που μετέπειτα απέκτησε τη σημασία «τόπος αφιερωμένος σε κάποιον θεό, ιερό». Σήμερα στα Ελληνικά τέμενος ονομάζουμε το οίκημα λατρείας των μουσουλμάνων.

Μεγάλα ταξίδια κάνουν οι λέξεις και ενώνουν τους λαούς.

 

Εικόνα:  by AJEL, Edward Lich 

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s